
π. Δημητρίου Μπόκου Όουουου!… Σηηηη!... (στάση δηλαδή).
Η αδύναμη φωνή του υψώθηκε επιτακτική, μα ήταν ωστόσο αρκετή για να κάνει το ανήσυχο τετράποδο να σταθεί ακίνητο μπροστά του. Ο γκριζομάλλης άντρας έπιασε χαλαρά το καπίστρι, χάιδεψε το μαύρο κούτελο του φορτωμένου ζώου απαλά, στήριξε με το διχαλωτό ραβδί του από τη μια πλευρά το βαρύ φορτίο, χαλάρωσε προσεκτικά και κατέβασε το φόρτωμα από την άλλη. Έκανε το ίδιο και στην πρώτη πλευρά, έλυσε κατόπιν τη φαρδιά ίγκλα (ιμάντα) που έσφιγγε την κοιλιά του μουλαριού, σήκωσε το σαμάρι από την καταπονημένη του πλάτη και άφησε το ζωντανό να ξεμουδιάσει στο πράσινο χορτάρι. Επανέλαβε τα ίδια ακριβώς και στο δεύτερο υποζύγιο, που περίμενε υπομονητικά τη σειρά του.