06 Φεβρουαρίου 2026

Η ΟΜΠΡΕΛΑ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΗ

μαιναλο ευαγγελος  μπουγιωτης

π.Διονύσιος Ταμπάκης



ΤΟ ΜΙΚΡΟ καστρόνησο,το Μπούρτζι τ’Αναπλιού, στέριος θαλασσόπυργος ,μέσα στὴν ἑωθινὴ βροχερὴ ὁμίχλη τοῦ Ἀργολικοῦ κολπίσκου ,εἶχε κρυφθεῖ καὶ μόνο κάποιες ὀξύληκτες ἄκρες ἀπὸ τὶς πολεμίστρες φαίνονταν σχηματίζοντας φάσματα καὶ προσφέροντας ὑλικὸ γιὰ ἔμπνευση . Θαρροῦσες πὼς ἦταν κάποια πειρατικὴ γολέτα ποὺ πλέει ἀτρόμητη σὲ μυθικοὺς κόσμους.

Τὰ ὀμβρότοκα νέφη εἶχαν ρίξει ἀπὸ τὸ πρωϊ βροχὴ ἀρκετὴ ντύνοντας μὲ καταχνιὰ τὴν παλιὰ πόλη τ’Αναπλίου , προσδίδοντάς της ,ὡς ἑξῆς, ἕναν τόνο χαρμολύπης, σὰν καὶ ἐκεῖνον τοῦ Τριωδίου ποὺ πρόσφατα ξάνοιξε τὰ ἀκροδάκτυλά του στὴν θύρα τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ ἱερὸ σκήνωμα τῆς Παναγίτσας ,μία μικρὴ μὰ τερπνὴ Ἐκκλησούλα , βάσταγε ἀκόμη τὴν εὐωδία ἀπὸ τὸ λιβανοκάπνι τοῦ ὄρθρου μὲ ἄρωμα κεχριμπάρι, ἀπ’τον Ἄθωνα φερμένο, καὶ μὲ χειμωνιάτικο ἄρωμα, ὅπως ἁρμόζει σὲ τέτοιο χειμωνιάτικο καιρό.

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ παλαιὲς καὶ ἀργυρὲς φωταυγεὶς κανδῆλες ἐντὸς τοῦ Ναοῦ ἔμφαιναν κι’άλλο τὶς κατανυκτικὲς φλογίτσες τους στὸ ἐπερχόμενο μισοσκόταδο ,ποὺ ἂν καὶ πρωϊ, φαίνονταν σὰν σούρουπο ἀπὸ τὶς συναγμένες ὑπομέλανες νεφέλες ποὺ ἔκρυβαν τὸν ἥλιο.

Ὅλα μία ποίηση, ἐνῷ οἱ σταλαγματιὲς τῆς βροχῆς ἔπεφταν ἁπαλά ,σὲ ρυθμὸ νυσταλέο ,στὴν στέγη τῆς παλιᾶς Ἐκκλησιᾶς.

Ὁ κόσμος εἶχε ἀναριέψει ,λόγῳ τοῦ χειμερινοῦ καιροῦ, καὶ ἔτσι βρῆκα τὸν καιρὸ καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ πλύνω τὶς κρυστάλλινες κοῦπες ἀπὸ τὰ κανδηλάκια τοῦ Ἱεροῦ. Τί τα θές; Τὸ ἐλαιόλαδο μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ σχηματίζει πυκτὸ κατακάθι,την λεγόμενη μούργα καὶ θέλει τακτικὰ ἀλλαγή.

Μάζεψα σὲ μία γυάλινη κούπα τὸ ἱερὸ ἀπόλαδο καὶ πορεύτηκα ἔξω στόν

ἐξωνάρθηκα ,ὅπου ἔχουμε τὸ χωνευτήρι τοῦ Ναοῦ, γιὰ νὰ τὸ ρίξω.

Βαδίζοντας πρὸς τὰ ἔξω τὸ βλέμμα μου πῆγε στὸ Εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου ποὺ μόλις χθὲς γιόρταζε.

Βατοῦσε ἕνα εἰλιτάριο ποὺ ἔγραφε:

«Τὸ πάλαι ,ὑπὲρ τῶν προβάτων ἀπέθνησκον οἱ ποιμένες.

Νῦν δὲ μᾶλλον αὐτοὶ ἀναιροῦσι τὰ πρόβατα.»

Βρὲ τί γίνεται! Τὰ ἔσχατα τοῦ κόσμου.Αν καὶ περᾶσαν χίλια ἑξακόσια ὁλόκληρα χρόνια ,πάντα ἐπίκαιρος ὁ Ἅγιος ἀπὸ κάποιους ἀσταύρωτους πρίγκηπες τῆς Ἐκκλησίας.

Μὰ ἐνῷ ἔπειτα στεκόμουν στὸν πρόναο , βλέπω πίσω ἀπὸ τὴν πυκνὴ φυλλωσιὰ τοῦ ὑψηλόκορμου γιασεμιοῦ, μία σιλουέτα ντυμένη στὰ μαῦρα νὰ κινεῖται στὸν δρόμο.

Νὰ δεῖς ,λέω, αὐτὸς θὰ εἶναι ἢ Παπᾶς ἢ Ροκάς, μὲ τὰ μαῦρα ποὺ φορεῖ.

Καὶ τῷ ὄντι,ήταν κληρικός. Καὶ σὰν πλησίασε κοντύτερα διαπίστωσα πὼς εἶναι ὁ Μητροπολίτης.

Βαστοῦσε στὴν δεξιά του σὰν μία πολύτιμη διαμαντοστόλιστη πατερίτσα, μία μαύρη ταλαιπωρημένη ὀμβρέλα μὲ σπασμένο τὸ χερούλι της, ἀπορῶντας πὼς μποροῦσε νὰ τὴν χρησιμοποιεῖ, στὸ δὲ ἄλλο χέρι του, σὰν τρόπαιο, μία δεσμίδα ἀπὸ χαρτιὰ τῆς φωτοτυπίας Α4 μὲ ἀνακοινώσεις γιὰ μία προσεχῆ ἐκδήλωση, προκειμένου νὰ θυροκολληθοῦν στοὺς Ναούς. Εἶχε στὴν κεφαλή του ἕνα καλογερίστικο σκουφὶ καὶ τὸ ἐγκόλπιο, ἂν τὸ φοροῦσε,το εἶχε σίγουρα μέσα ἀπὸ τὸ κολόβιό του . Ἐὰν δὲν τὸν γνώριζε κάποιος ,σίγουρα θὰ τὸν περνοῦσε γιὰ ἕναν ἁπλὸ Μοναχὸ ποὺ κατῆλθε ἀπὸ κάποια ὀρεσίβια Μονή .

Ἀτάραχος φυσικὸς καὶ εὐγενής, ἀφοῦ μᾶς χαιρέτισε καὶ μᾶς καληνώρισε ἐγκάρδια , λάβαμε τὴν εὐχή του καὶ ἔπειτα πορεύτηκε μέσα γιὰ νὰ προσκυνήσει τὶς ἅγιας Εἰκόνες δίνοντάς μας μετὰ μία ἀφίσα γιὰ νὰ τὴν συνάψουμε στὸν πίνακα ἀνακοινώσεων.

Μᾶς ξαναχαιρέτηξε ,σήκωσε διπλώνοντας λίγο τὸ κράσπεδο ἀπὸ τὸ ἀντερί του γιὰ νὰ μὴν βραχεῖ ἀπὸ τὰ λιμνάζοντα ὕδατα τοῦ δρόμου καὶ ἐνῷ ὁ οὐρανὸς ἔστελνε πιὸ δυνατὰ τώρα ἕνα μουμπουνητὸ προμηνύοντας τὸ ἀγρίεμα τῆς βροχῆς ,ἔλαβε πάλι τὴν χαλασμένη ὀμβρέλα του καὶ χάθηκε πρὸς τὴν κατηφοριά , πρὸς τὸν Ἄη Νικόλα καὶ τοὺς ἄλλους Ναοὺς τῆς Μητροπολιτικῆς περιφέρειάς του γιὰ νὰ παραδώσει, δίκην μικροῦ παπαδοπαιδίου, τὶς ὑπόλοιπες ἀνακοινώσεις.

Εἰσῆλθα καὶ ἐγὼ στὴν Ἐκκλησούλα,βαστώντας μία γαλακτερὴ βενετσιάνικη κανδηλόκουπα καὶ προσπερνῶντας πάλι τὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου, τοῦ ἀποκρίνομαι ψιθυριστὰ καὶ μετὰ ἱεροῦ πείσματος.

-Κι’όμως ,Ἅγιὲ μοῦ « Ζεῖ Κύριος ὁ Θεός !»