π. Δημητρίου Μπόκου
«…σκοπούντων ημών … τα μη βλεπόμενα» (Β΄ Κορ. 4, 18)
Παραμέρισε τη βαρειά βελούδινη κουρτίνα τη στιγμή που τα πλάτη του ουρανού και τα πέρατα της γης αντήχησαν απ’ τον ευφρόσυνο ήχο της αναστάσιμης καμπάνας. Η όμορφη πριγκίπισσα απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του χρόνου έριξε το βλέμμα της στη γη. Ξεχώρισε αμέσως το μικρό σπιτικό, που ήταν κάποτε η κατοικία της. Τα δυό της παιδιά έλειπαν. Η γριά μάνα της, σκυφτή απ’ τα χρόνια, μα πιότερο απ’ τον καϋμό, μπαινόβγαινε στις κάμαρες αργοπατώντας και συχνοστενάζοντας.
Πάνε τώρα τρία χρόνια που η γριά δεν σήκωσε κεφάλι. Και πώς να το ’κανε; Η κόρη της έφυγε. Για το ταξίδι που δεν έχει επιστροφή. Ήταν η μονάκριβη αγαπημένη της κόρη, μεγαλωμένη με ελπίδες, καρδιοχτύπια και όνειρα. Κι αλλοίμονο! Έφυγε με πόνο. Δεν έφτανε που χήρεψε νωρίς, μα έφυγε χτυπημένη και η ίδια πρόωρα, βασανισμένη σκληρά από αρρώστια που δεν τής έπρεπε. Η καρδιά της μάνας έλειωνε καθώς την έβλεπε να σβήνει. Και τώρα που χάθηκε οριστικά, αφήνοντας τα δυό της βλασταράκια ορφανά, η γριά μένει φαρμακωμένη αθεράπευτα.
Δεν είναι μόνο η αβάσταχτη θλίψη που ρήμαξε για πάντα την καρδιά της. Μέσα της ορθώθηκαν αμείλικτα τα ερωτηματικά. Γιατί; Τί έφταιξε η κόρη της για να φύγει τόσο γρήγορα; Και γιατί να πονέσει τόσο πολύ; Πού είναι ο Θεός; Πού είναι η αγάπη του; Πώς στέρησε τα μικρά από τη μάνα τους; Αχ! Πόσο άδικα τα ’νιωθε όλα αυτά! Η πίστη της κλονίστηκε βαθιά. Χτυπούσαν οι καμπάνες το Μεγαλοβδόμαδο, μα στη γριά δεν έλεγαν πλέον τίποτε. Τα όνειρα, η χαρά της, η ψυχή της όλη, κατέβηκαν στον τάφο με την κόρη της. Ανάσταση γι’ αυτήν ποτέ δεν θα ερχόταν πια.
Στάθηκε στο εικονοστάσι της, μα όχι για να προσευχηθεί. Πάει καιρός που ξέμαθε απ’ αυτά. Πήρε μονάχα το κουτί με τα κειμήλια του σπιτιού της. Αυτά που περνώντας από μάνα σε κόρη είχαν φτάσει και σ’ αυτήν. Και απ’ αυτήν στην κόρη της. Ξεσκόνισε με το πανί που κράταγε κι άνοιξε το κουτί. Χάιδεψε δυο μικρά μενταγιόν που στόλιζαν κάποτε τον λαιμό της κόρης της. Τ’ ασπάστηκε μ’ ένα στεναγμό. Ξανάκλεισε το κουτί καθώς τα δάκρυα ανάβρυζαν καυτά απ’ τα μάτια της.
Πιασμένα χέρι-χέρι τα δυό της εγγονάκια έτρεχαν χαμένα μέσα στο πολύβουο πλήθος. Τραβούσαν για την ολοφώτεινη εκκλησία, απ’ όπου ακούγονταν οι ψαλμωδίες της Ανάστασης ανακατεμένες με της καμπάνας τους χτύπους. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαιναν στην Ανάσταση μόνα τους. Τρία χρόνια η γριά, κακιωμένη με τον Θεό, δεν πάτησε σε εκκλησιά, καντήλι δεν άναψε. Κι απόψε, μπρος στην επιμονή τους, τ’ άφησε παρά τη θέλησή της.
Μα τώρα τα παιδιά σταμάτησαν. Δεν μπορούσαν να πλησιάσουν στην εκκλησία. Το πυκνό πλήθος έκλεινε ασφυκτικά γύρω τους. Ήταν αδύνατο να προχωρήσουν άλλο. Οι αναστάσιμες λαμπάδες στα μικρά χεράκια τους ήταν ακόμα σβηστές.
- Δεν βλέπω τίποτε από ’δω! διαμαρτυρήθηκε το εξάχρονο αγοράκι.
- Ούτε κι εγώ! απάντησε η οχτάχρονη αδελφούλα του.
- Την τελευταία φορά μάς κράταγε ψηλά στην αγκαλιά της η μαμά και τα βλέπαμε όλα. Γιατί να μην είναι και τώρα εδώ! αναστέναξε το αγόρι. Αχ! μαμά μου! Πού είσαι; κλαψούρισε πονεμένα υψώνοντας τα μάτια του στον ουρανό.
- Έλα τώρα, μην κλαις μπροστά σε τόσο κόσμο! προσπάθησε η αδελφή του να το παρηγορήσει, μα κι αυτή με κόπο συγκρατιόταν να μην κλάψει.
Η καρδιά της πριγκίπισσας ράγισε. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Το μητρικό της χέρι απλώθηκε αμέσως απ’ τον ουρανό και σκούπισε απαλά τα κλαμένα πρόσωπα των παιδιών της. Απορημένα στο ζεστό της άγγιγμα εκείνα σήκωσαν το κεφάλι τους. Μια φωτεινή πανέμορφη γυναίκα τα σήκωνε και τα ’σφιγγε στην αγκαλιά της.
- Μαμά! φώναξαν με δυνατή φωνή και τα μικρά τους χέρια τυλίχτηκαν στο λαιμό της.
- Παιδιά μου! Αγαπημένα μου!
Η γνώριμη μητρική φωνή αντήχησε τρυφερή στ’ αυτιά τους. Γύρω τους όλα είχαν γίνει φωτεινά. Ούτε που ρώτησαν πώς βρέθηκε η μαμά τους εκεί. Κι ούτε που κατάλαβαν πώς από τη γη βρέθηκαν στ’ αθεώρητα ύψη του ουρανού. Οι μικρές τους καρδιές φούσκωσαν από ανείπωτη ευτυχία. Τους φαίνονταν πως θα σπάσουν.
Ένα κρυστάλλινο παλάτι ξεπρόβαλε μες απ’ τα χρυσαφένια σύννεφα λουσμένο στο φώς. Αστραποβόλοι άγγελοι τους προϋπάντησαν, υποκλινόμενοι στην πριγκίπισσα κι ανοίγοντας διάπλατα πύλες χρυσές. Τα δυο παιδιά έβλεπαν εκστατικά.
- Μαμά, εδώ μένεις; ρώτησε το κορίτσι θαμπωμένο. Και είσαι πριγκίπισσα τώρα;
- Ναί, παιδιά μου, απάντησε η μητέρα τους. Ο Χριστός μού τα χάρισε όλα αυτά, επειδή σας στερήθηκα τόσο νωρίς και για όσα υπέφερα με την αρρώστια μου. Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια εδώ, γνωστοί κι αγαπημένοι όλοι μεταξύ μας. Και σήμερα κάνουμε χαρά μεγάλη για την Ανάσταση.
Πράγματι απ’ όλα τα μήκη του ουρανού αμέτρητοι άγγελοι και άνθρωποι φάνηκαν να προχωρούν κρατώντας λαμπάδες αναμμένες και ψάλλοντας μια πρωτάκουστη μελωδία. Ήταν ντυμένοι στα λευκά και λαμπεροί σαν τον ήλιο. Η πριγκίπισσα με τα παιδιά της προχώρησαν μαζί τους. Κατευθύνονταν προς τον θρόνο του Χριστού. Εκεί η πριγκίπισσα προσκύνησε ευλαβικά τρεις φορές.
- Να με, Κύριέ μου, με τα παιδιά που μου έδωσες! είπε κι έσπρωξε προς τον θρόνο τα μικρά της.
Οι άγγελοι που στέκονταν μπροστά κινήθηκαν αυθόρμητα να τα εμποδίσουν, θαρρώντας άπρεπο να πλησιάσουν κοντύτερα. Μα ο Χριστός χαμογέλασε.
- Αφήστε τα παιδιά να ’ρθουν σε μένα και μην τα εμποδίζετε! είπε με τη γλυκειά του φωνή.
Τα παιδιά πλησίασαν και ο Χριστός τα πήρε στα γόνατά του.
- Καλώς τα μου! είπε γεμάτος καλωσύνη. Τα χάιδευε, τα ευλογούσε, τα ’σφιγγε στην αγκαλιά του. Καλώς τ’ αγαπημένα μου! Τί θέλετε να κάνω για σας;
Από το πρόσωπό του αντιφέγγιζε υπέρλαμπρο φως κι ανέκφραστη ομορφιά. Μια πρωτόγνωρη εμπειρία μάγευε τα παιδιά, έκανε την καρδιά τους να λειώνει από αγαλλίαση. Ωστόσο,
- Τη μαμά μας θέλουμε! πετάχτηκε ο μικρός. Αφού είσαι τόσο καλός, γιατί μας την πήρες;
- Στον καθένα γίνεται αυτό που όντως τον συμφέρει. Και σχεδιάζεται πολύ προσεχτικά, να μην αδικηθεί καθόλου. Με βάθος σοφίας και στοργής. Για τη μητέρα σας ήρθε η ώρα της. Αυτὸ ήταν το καλύτερο για όλους σας. Ετοιμάζει τώρα με περισσή αγάπη τον τόπο και για σας. Όμως, για πέστε μου: Δεν είχατε απόλυτη εμπιστοσύνη στη μητέρα σας; Ό,τι κι αν έκανε, δεν ήταν πάντοτε για το καλό σας; Ε, λοιπόν, αυτό ζητάω κι εγώ. Εμπιστευθείτε με σαν τη μητέρα σας. Ό,τι κι αν γίνεται από μένα, είναι, αν όχι το πιο ευχάριστο, σίγουρα το καλύτερο για όλα τα παιδιά μου. Τα δώρα μου δεν είναι πάντα φανερά. Δεν δόθηκε σε σας η γνώση για όλα τα συμβαίνοντα ή για τα μέλλοντα. Υπερβαίνει τους ώμους σας ένα τέτοιο φορτίο. Εσείς μόνο εμπιστευθείτε με.
- Και πώς θα ζήσουμε εμείς χωρίς μαμά; συνέχισε τό αγοράκι κοιτάζοντας, μ’ έναν τρόπο που μόνο το παιδί μπορεί να έχει, ίσια στα μάτια τον Χριστό.
- Εγὼ είμαι μάνα και πατέρας, αδελφός και συγγενής για τον καθένα και περισσότερο για σας, τα ορφανά μου. Τα μάτια μου ανύσταχτα, γεμάτα ευσπλαχνία, θα στρέφονται αδιάκοπα σε σας. Αρκεί μονάχα να το θέλετε, κι εγώ θα ’μαι μαζί σας πάντα.
Και λέγοντας αυτὰ φώναξε δυνατά:
- Φύλακες άγγελοι!
Οι άγγελοι των δυο παιδιών πλησίασαν κλίνοντας με σέβας το κεφάλι.
- Θά ’στε παντοτινοί ακοίμητοι φρουροί για τα παιδιά μου ετούτα. Μη λείψετε στιγμή από κοντά τους. Πλησίασε κι εσύ, πριγκίπισσα. Για λίγο σου εμπιστεύθηκα στη γη τα τέκνα μου, μα θα ’ναι και δικά σου πια αιώνια. Φρόντιζέ τα απ’ τον ουρανό, σα να ’σουνα μαζί τους στη γη. Θα περισσεύει πάντα στην καρδιά μου η εύνοια για τα μητρικά σου αιτήματα.
Αυτά είπε ο Χριστός και σηκώθηκε από τον θρόνο. Όλοι προσκύνησαν ευλαβικά τον Κύριό τους. Και τότε απ’ όλες τις επουράνιες δυνάμεις, από γη και ουρανό, απ’ τη σελήνη, τ’ άστρα και τον ήλιο, από κάθε πνοή και κάθε κτίση, υψώθηκε μυριόστομη κραυγή δοξολογίας, επινίκιος τρισάγιος ύμνος που δόνησε τα σύμπαντα.
Σαν βρέθηκε ξανά στο παραμυθένιο της παλάτι, η πριγκίπισσα αγκάλιασε για τελευταία φορά τα παιδιά.
- Ώρα ν’ αποχαιρετιστούμε πια, μικρά μου! είπε. Μα θα ’μαι διαρκώς κοντά σας. Και θα σας περιμένω εδώ, να ζήσουμε μαζί για πάντα. Δώστε μου την υπόσχεση πως δεν θα ξεχάσετε ποτέ αυτά που είδατε κι ακούσατε απόψε. Δεν πέθανα λοιπόν, μα ζω. Το είδατε!
Ενώ μιλούσε έβγαλε από ένα κουτί δυο μικρά μενταγιόν με ολόχρυσες αλυσιδίτσες.
- Να, πάρτε κι αυτὰ για να θυμάστε πάντα την αποψινή βραδιά, είπε και τα κρέμασε στο λαιμό τους. Έτσι, μικρά μου;
- Δεν θα ξεχάσουμε τίποτε, μαμά, και προπαντός εσένα! φώναξαν εκείνα και σφίχτηκαν στην αγκαλιά της.
Την επόμενη στιγμή με τις λαμπάδες αναμμένες χτυπούσαν την πόρτα του σπιτιού τους.
- Γιαγιά, άνοιξε! φώναξαν δυνατά.
Σκουντουφλιασμένη η γριά πρόβαλε στην πόρτα και μόνο που δεν την έριξαν καθώς χύθηκαν μέσα.
- Η μαμά, γιαγιά! Η μαμά ζει! Την είδαμε, γιαγιά!
- Σε καλό σας! Παλαβώσατε; Βρήκατε την ώρα για αστεία; τα μάλωσε βαρύθυμη.
Ξαναμμένα εκείνα, μ’ ένα σωρό ασυναρτησίες απ’ τη φόρα τους, της διηγήθηκαν όλα τα καθέκαστα. Μα εκείνη τ’ άκουγε βερεσέ. Κουνούσε το κεφάλι της με δυσπιστία. Παιδιάστικα όνειρα! Μα σαν ανάφεραν για μενταγιόν και τα ’δε κρεμασμένα στον λαιμό τους, αλαφιάστηκε η γριά. Τα πήρε στην παλάμη της, τα κοίταξε καλά κι έτρεξε ευθύς στο εικονοστάσι. Κατέβασε το κουτί με τα κειμήλια και το άνοιξε. Τα μενταγιόν έλειπαν.
Τα πόδια της λύθηκαν. Μα δεν πάει ώρα που ήταν εκεί. Τα είδε, τα ψηλάφησε, τα φίλησε. Στο σπίτι δεν πάτησε ψυχή. Ξανακοίταξε τα μενταγιόν στο λαιμό των παιδιών. Δεν υπῆρχε αμφιβολία. Ήταν τα ίδια.
- Πού τα βρήκατε αυτά; ρώτησε βραχνά, σαστισμένη.
Τα παιδιά είπαν και ξαναείπαν την ιστορία τους. Κάποτε η γριά έδειξε επιτέλους να συνέρχεται. Σήκωσε τα μάτια της ψηλά. Σταυροκοπήθηκε.
- Μέγας ει, Κύριε! μουρμούρισε. Άλλο και τούτο πάλι! Είδατε πραγματικά τη μάνα σας; Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!
Σαν κάτι πήρε ν’ αναδεύει μέσα της. Κάτι που πάλευε να σπάσει την ταφόπλακα που ’πνιγε την ψυχή της.
Ώστε ο Θεός μπορεί να βλέπει και λίγο παραπέρα απ’ το δικό της το μυαλό; Να φροντίζει πραγματικά κι αυτός σαν μάνα, σαν πατέρας, για κάτι καλό; Κι όσα δεν φαίνονται, ν’ αξίζουν άραγε περισσότερο απ’ όσα βλέπουμε; Στα φυλλοκάρδια της, που τρία χρόνια τώρα ο θάνατος τα στοίχειωνε φριχτά, γλίστρησε δειλά μια πρώτη αχτίδα της Ανάστασης.
- Το φως, παιδιά, τις λαμπάδες σας! είπε ξαφνικά. Ν’ ανάψουμε το καντήλι.
Καθώς υψώθηκε η φλόγα ιλαρή φωτίζοντας τη λιπόσαρκη όψη της, τα ροδαλά πρόσωπα των παιδιών και τα εικονίσματα, αυθόρμητη ξεπήδησε απ’ την πληγωμένη της ψυχή, χρόνια φυλακισμένη, η κραυγή:
- Χριστός ανέστη, παιδιά μου!
Και στρέφοντας τα μάτια της ψηλά,
- Χριστός ανέστη, κόρη μου!
- Αληθώς ανέστη, μάνα μου! απάντησε μυστικά από ψηλά η πριγκίπισσα. Κι ενώ τα μάτια της πλημμύριζαν και πάλι, μα από δάκρυα πλέον χαράς, η βαρειά βελούδινη κουρτίνα ξανάκλεινε αργά το παράθυρο του χρόνου…
Πάσχα 2011
Διαδίδω την «Α ν τ ι ύ λ η»
Εκτυπώνω/προωθώ σε φιλικά μου e-mails
