Μπορείτε να επικοινωνείτε στο email

studiopressbg@gmail.com

19 Φεβρουαρίου 2026

Χειροθεσία αναγνώστη και ομιλία του Μητροπολίτη Αργολίδας Νεκταρίου στη Νέα Κίο

 Ιερείς

Την Πέμπτη 19η Φεβρουαρίου 2026 στον τον Ιερόν Ναό «Θεομάνας - Οδηγητρίας ,τελέστηκε το μυστήριο του Ιερού Ευχελαίου από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Νεκτάριο , Στη συνέχεια ακολούθησε ομιλία από τον Μητροπολίτη με θέμα: «Ο πάπα -Τύχων », ο νεοκαταταγείς Άγιος της Ορθοδόξου εκκλησίας και πνευματικός πατέρας του Αγίου Παϊσίου.
Τον Μητροπολίτη Αργολίδας ευχαρίστησαν για την τέλεση του Ιερού μυστηρίου του Ευχελαίου καθώς και για την ομιλία του στον Ιερό ναό της Παναγίας ,ευχαρίστησαν οι εφημέριοι πρωτοπρεσβύτερος π. Δημοσθένης Γάτσιος και ο π. Ηλίας Γάτσιος .
Μετά το πέρας του Ιερού ευχελαίου ο Μητροπολίτης Αργολίδας προέβη σε χειροθεσία αναγνώστη του φοιτητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών και Ιεροψάλτη του ναού Θεομάνας Νέας Κίου ΤΟΝ Αλέξανδρο Μπογιατζή .
Η χειροθεσία αναγνώστη είναι η πρώτη βαθμίδα της κατώτερης ιεροσύνης στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που τελείται από Αρχιερέα. Ο υποψήφιος, αφού δεχθεί την ευχή και την ανάγνωση του Αποστόλου, ενδύεται το ράσο (ή εσώρασο) και συχνά το στιχάριο, επιτρέποντάς του να διαβάζει αναγνώσματα στην εκκλησία.
Άγιος Τύχων ο Αγιορείτης - Γέροντας Τύχων ο Ρώσος

Ο Παπά Τύχων γεννήθηκε το 1884 στη Νόβια Μιχαλόσκα της Ρωσίας. Οι γονείς του, ο Παύλος και η Ελένη, ήταν βαθιά ευλαβείς και μετέδωσαν στον γιο τους, τον Τιμόθεο κατά κόσμον, την αγάπη προς τον Θεό και την πνευματική αφοσίωση από πολύ μικρή ηλικία.
Από νωρίς οι γονείς του διέκριναν τον έντονο ζήλο του παιδιού τους για την πίστη, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να εισέλθει σε μοναστήρι, φοβούμενοι τη ζωηρή του φύση. Ήθελαν να ωριμάσει πνευματικά και νοητικά, ώστε να πάρει ο ίδιος την απόφαση για το μέλλον του. Τελικά, του έδωσαν την ευλογία να επισκέπτεται μονές κατά τα τρία πρώτα χρόνια ενηλικίωσής του, από τα δεκαεπτά έως τα είκοσι του χρόνια, ώστε να γνωρίσει τον μοναχικό βίο και να εμβαθύνει στην πίστη του.
Πρώτα περιηγήθηκε σε ιερές μονές του τόπου καταγωγής του, θέλοντας να βρει πνευματική καθοδήγηση. Κάποια στιγμή, κατά την παραμονή του σε μια μικρή επαρχία, ο Τιμόθεος αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία. Το μόνο ψωμί που υπήρχε ήταν από σίκαλη, άγευστο και σκληρό και δεν μπορούσε να το φάει. Η κούραση και η πείνα τον είχαν εξουθενώσει και κάθε βήμα του φαινόταν δύσκολο.
Με την ελπίδα να βρει κάτι φαγώσιμο, πλησίασε τον φούρναρη που είχε επισκεφθεί ξανά στο παρελθόν. Αλλά μόλις τον είδε, τον απώθησε αυστηρά, χωρίς καν να δείξει κατανόηση. Στεκόμενος μόνος, κουρασμένος και με καρδιά γεμάτη απελπισία, στράφηκε στην Παναγία με την αθώα πίστη του: «Παναγία μου, σε παρακαλώ, βοήθησέ με… δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι». Την ίδια στιγμή, εμφανίστηκε μπροστά του μια νεαρή κοπέλα με φωτεινό πρόσωπο και του έδωσε μια φρέσκια φραντζόλα λευκό ψωμί· πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, χάθηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Ο Τιμόθεος έμεινε άναυδος, γεμάτος δέος και έκπληξη. Σκέφτηκε μήπως κάποιος άλλος τον είχε βοηθήσει, αλλά όταν προσπάθησε να επιστρέψει στον φούρναρη, εκείνος τον έδιωξε πιστεύοντας ότι τον κοροϊδεύει.
Χρόνια αργότερα, όταν αντίκρισε μια εικόνα της Παναγίας του Κρεμλίνου σε ένα βιβλίο με θαυματουργές εικόνες, η καρδιά του πλημμύρισε από συγκίνηση. Κατάλαβε τότε πως η Παναγία ήταν αυτή που τον είχε σκεπάσει και τον είχε φροντίσει με τον πιο θαυμαστό τρόπο. Από εκείνη τη στιγμή, ένιωθε την παρουσία της δίπλα του, τόσο φυσική και ζεστή όσο η αγκαλιά μιας μητέρας.
Κατόπιν κατευθύνθηκε προς το όρος Σινά όπου διέμεινε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, περίπου δύο μήνες. Αργότερα βρέθηκε στην Παλαιστίνη και έζησε με αυστηρή άσκηση στην περιοχή του Ιορδάνη. Παρά την εσωτερική ωφέλεια που αντλούσε από τη διαμονή του εκεί, οι συνθήκες της εποχής και η αναστάτωση που επικρατούσε δεν του άφηναν την ηρεμία που επιθυμούσε. Έτσι, στράφηκε προς τον Άθωνα, επιλέγοντας να συνεχίσει εκεί τον πνευματικό του δρόμο.
Κατευθύνθηκε προς το Άγιον Όρος για να μονάσει στον ιερό αυτό τόπο, το Περιβόλι της Παναγίας. Εκεί εντάχθηκε αμέσως στο καθεστώς της αγιορείτικης πολιτείας και ενδύθηκε το μοναχικό σχήμα, παραδίδοντας τη ζωή του στην άσκηση, την εγκράτεια, την ολονύκτια προσευχή και τη συνεχή πνευματική εγρήγορση. Μετά από μακρά περίοδο πνευματικού αγώνα και αυταπάρνησης, χειροτονήθηκε ιερέας και οι πατέρες της μονής του έδωσαν το όνομα Παπά -Τύχων. Ο γέροντας έζησε κυρίως σε ήσυχα και απομονωμένα σημεία της Αθωνικής ερήμου, επιλέγοντας μια απλή και λιτή ζωή. Η τροφή του ήταν ελάχιστη, τα ρούχα του φτωχικά και η ξεκούρασή του περιορισμένη. Η μεγαλύτερη χαρά του ήταν η προσευχή και η συνεχής σκέψη του Θεού. Πολλές φορές περνούσε ολόκληρες νύχτες χωρίς ύπνο, προσευχόμενος με δάκρυα για όλους, όπως αναφέρουν όσοι είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν από κοντά.
Ο παπά-Τύχων δεν έμεινε σε έναν μόνο τόπο. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε σε ένα μικρό κελί, το Μπουραζέρι, όπου έζησε μια πενταετία μέσα σε σιωπή και άσκηση. Όμως η συχνή προσέλευση Ρώσων προσκυνητών δεν του άφηνε τον εσωτερικό χώρο που επιζητούσε. Με την ευλογία των πατέρων αποσύρθηκε στα Καρούλια. Εκεί, για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, έζησε σε αυστηρότερη απομόνωση, δοκιμάζοντας καθημερινά τα όριά του και καλλιεργώντας την καρδιά του με πόθο να γίνει καθαρός ενώπιον του Θεού.
Αργότερα βρέθηκε στην Καψάλα, σε κελί που ανήκε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, στα όρια της ερημικής περιοχής. Εκεί διακόνησε με αγάπη έναν ηλικιωμένο μοναχό, στέκοντας πλάι του μέχρι το τέλος. Όταν ο γέροντας εκοιμήθη και του άφησε την ευχή του, συνέχισε μόνος. Και αντί να χαλαρώσει τον αγώνα του, τον βάθυνε ακόμη περισσότερο με επιμονή και ανιδιοτελή προσφορά, άνοιγε την ψυχή του στη Θεία Χάρη, επιδιώκοντας ολοένα μεγαλύτερη ένωση με τον Κύριο. Η Θεία Χάρη άρχισε να φανερώνεται μέσα από τον Παπά Τύχωνα στους ανθρώπους, κι έτσι πλήθος πονεμένων ψυχών κατέφευγε σε εκείνον για παρηγοριά και πνευματική καθοδήγηση. Πολλοί τον παρακαλούσαν να γίνει ιερέας, ώστε να μπορεί να τους βοηθήσει και με το Μυστήριο της Θείας Εξομολογήσεως, προσφέροντάς τους την άφεση των αμαρτιών. Αντιλαμβανόμενος την ανάγκη τους, δέχτηκε να χειροτονηθεί.
Για τον εαυτό του όμως, δεν είχε καμία μέριμνα και δεν φοβόταν τίποτα, γιατί η καρδιά του ήταν γεμάτη φόβο Θεού και βαθιά ευλάβεια. Ζούσε με ταπείνωση και αφοσίωση, χωρίς ποτέ να διατρέχει πνευματικό κίνδυνο. Κάθε του πράξη ξεκινούσε και τελείωνε με τη φράση «Δόξα σοι ο Θεός». Είχε πλήρως συμφιλιωθεί με τον Θεό, γι’ αυτό χρησιμοποιούσε συχνότερα αυτή τη φράση παρά το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με». Ζούσε στον θείο χώρο, συμμετέχοντας πνευματικά και στην ουράνια δοξολογία με τους Αγίους και τους Αγγέλους κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.
Στην πορεία της πνευματικής του ζωής, ο Άγιος Παΐσιος είχε ως καθοδηγητή και πνευματικό πρότυπο τον Γέροντα Τύχωνα. Ο Άγιος Παΐσιος αναγνώριζε με βαθύ σεβασμό τη σημαντική επιρροή που είχε πάνω του ο παπά-Τύχων και επισήμαινε ότι μεγάλο μέρος της πνευματικής του ωριμότητας οφείλονταν στις συμβουλές και στην ευλογία του.
Ο Πατήρ Τύχων έγινε γνωστός κυρίως μέσα από μαρτυρίες και αφηγήσεις που αφορούν τη ζωή του Γέροντα Παϊσίου, συμβάλλοντας έτσι στη διάδοση της πνευματικής του παρακαταθήκης. Η σχέση τους ήταν σχέση γέροντα και υποτακτικού, βασισμένη στην υπακοή, την εμπιστοσύνη και την πνευματική πατρότητα, χαρακτηριστικό στοιχείο της ορθόδοξης μοναστικής παράδοσης. Στο βιβλίο «Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα» του Αγίου Παϊσίου αντλούμε σημαντικές πληροφορίες και μαρτυρίες που φωτίζουν την προσωπικότητα και την πνευματική πορεία του Πατήρ Τύχωνα. Μέσα από τις αφηγήσεις του Αγίου Παϊσίου αναδεικνύονται τα χαρακτηριστικά της αγιότητας, της ταπείνωσης και της ασκητικής ζωής του παπα-Τύχωνα, γεγονός που μας βοηθά να κατανοήσουμε βαθύτερα το πρόσωπο και το πνευματικό του μέγεθος.
Τις τελευταίες δέκα ημέρες που έμεινε ο Άγιος Παΐσιος κοντά στον παπα- Τύχωνα ήταν, όπως έλεγε, το μεγαλύτερο δώρο που του χάρισε ο Θεός. Τότε τον γνώρισε πιο ουσιαστικά και ωφελήθηκε περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της ζωής του. Αυτό που τον συγκλόνισε πιο πολύ ήταν πόσο σοβαρά έπαιρνε ο Γέροντας την προετοιμασία για την αιωνιότητα. Δίπλα στο στρώμα του είχε έτοιμα γράμματα, ώστε μόλις φύγει από τη ζωή να σταλούν σε επισκόπους που γνώριζε, για να τον θυμούνται στη Θεία Λειτουργία. Είχε ζητήσει ακόμη να έρθει αρχιερέας να διαβάσει ευχή πάνω στον τάφο του και να μείνει εκεί το σώμα του χωρίς να γίνει ανακομιδή, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν και η ηλικία τον είχε καταβάλλει, οι δυνάμεις του Τύχωνα λιγόστευαν. Το 1968, ο Γέροντας είχε συνειδητοποιήσει ότι το τέλος της ζωής του πλησίαζε. Το σώμα του είχε χάσει τη δύναμή του και η ψυχή του φαινόταν κουρασμένη, αλλά η πνευματική του φλόγα εξακολουθούσε να καίει έντονα.Κάθε προσπάθεια να κάνει μετάνοιες τον έριχνε στο έδαφος από την αδυναμία. Για να μπορέσει να σηκωθεί, είχε δέσει ψηλά ένα χοντρό σχοινί και τραβιόταν με αυτό, στηριζόμενος πάνω του. Με αυτόν τον τρόπο συνέχιζε να προσκυνάει, αφήνοντας την καρδιά του να εκφράζει ευλάβεια και αφοσίωση στον Θεό. Τη διαδικασία αυτή την έκανε επανειλημμένα μέχρι που δεν άντεξε άλλο και μετά τον Δεκαπενταύγουστο και για 20 μέρες ήταν ολημερίς και οληνυχτίς στο κρεβάτι του. Μετά από αυτήν την περίοδο, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο και βρήκε την αιώνια ανάπαυση, συμμετέχοντας πλέον στην αληθινή ζωή, κοντά στον Χριστό, όπου η ειρήνη και η γαλήνη είναι αέναες.
Στις τελευταίες στιγμές της ζωής του, κοντά στον Παπά Τύχωνα ήταν ο Άγιος Παΐσιος, που θυμάται πως ο γέροντας, σε κατάσταση σχεδόν ετοιμοθανάτου, είχε οράματα του Αγίου Σέργιου του Ράντονεζ, στον οποίο έτρεφε βαθιά πίστη και σεβασμό.
Τρία χρόνια μετά, ο γέροντας Παΐσιος βίωσε μια συγκλονιστική εμπειρία, όταν αντίκρισε τον Παπά Τύχωνα ζωντανό μπροστά του. Όπως περιγράφει ο ίδιος:
«Στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ενώ έλεγα την ευχή, είδα ξαφνικά τον Γέροντα να εισέρχεται στο κελλί μου! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια, τα φιλούσα με ευλάβεια, αλλά δεν κατάλαβα πώς ξαφνικά εξαφανίστηκε από τα χέρια μου και μπήκε στο Ναό, όπου χάθηκε. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς με λόγια τέτοια γεγονότα, μόνο ως θαύματα μπορούν να εξηγηθούν».
Αμέσως άναψε ένα κερί, καθώς μόνο το καντήλι ήταν αναμμένο, θέλοντας να καταγράψει τη στιγμή στο ημερολόγιό του και να τη θυμάται για πάντα. Ο Άγιος Παΐσιος εξομολογείται πως ένιωσε βαθιά λύπη και τύψεις, γιατί εκείνη η ημέρα, τη 10τη Σεπτεμβρίου, ήταν η επέτειος της κοιμήσεως του Γέροντα, η οποία του είχε διαφύγει εξαιτίας των επισκεπτών στο Καλύβι και της κόπωσής του. Παρ’ όλα αυτά, πίστευε ότι ο αγαπημένος του Γέροντας τον συγχώρησε και θεώρησε την εμπειρία αυτή ως ιδιαίτερη χάρη και ευλογία, μια υπενθύμιση να ανανεώσει τη φροντίδα και την αφοσίωσή του στην προσευχή και την πνευματική του ζωή.
Ο Παπά Τύχων ο Ρώσος αναγνωρίστηκε επίσημα ως άγιος από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 11 Φεβρουαρίου 2026, εισερχόμενος στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σύμφωνα με το σχετικό ανακοινωθέν, η Σύνοδος μελέτησε προσεκτικά τη ζωή και το έργο του, αναγνωρίζοντας την οσιακή πορεία του και επιβεβαιώνοντας την αγιοποίηση του. Η ημέρα τιμής για τον Άγιο Τύχωνα καθιερώθηκε να γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 23 Σεπτεμβρίου.
Ο Ρώσος γέροντας πέρασε περισσότερες από έξι δεκαετίες στο Άγιον Όρος, αφιερώνοντας τη ζωή του σε μια πορεία λιτής και ταπεινής ύπαρξης, χωρίς προσωπική περιουσία. Η αφοσίωσή του στη μοναχική ζωή έγινε φάρος για πολλούς και ειδικά για τον νεαρό τότε Άγιο Παΐσιο, που βρήκε σε εκείνον έναν πραγματικό πνευματικό οδηγό. Από το παράδειγμά του, ο Άγιος Παΐσιος έμαθε τι σημαίνει να ζει κανείς με ταπείνωση, με απλότητα και με αγάπη καθαρή και ανιδιοτελή προς τον Θεό.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναγνώστες