
Μιά μέρα ένας ιερομόναχος διαβάζοντας πολλά ονόματα κουράστηκε και αναρωτήθηκε: Άραγε σώζονται αυτοί τους οποίους μνημονεύω; Νοιώθουν τίποτε; Άραγε ο ουρανὀς αντιλαμβάνεται ότι τώρα εγώ προσεύχομαι γι’ αυτούς που έφυγαν από την παρούσα γη; Βοηθούνται άραγε οι νεκροί;Και την ώρα εκείνη, όπως ήταν κουρασμένος, στηρίχθηκε στο στασίδι του, έκλεισε λίγο τα μάτια του, και ανάμεσα σε ύπνο και ξύμνιο, σε μιά εγρήγορση του νου του αλλά και κόπωση της σάρκας, σηκώνει τα μάτια επάνω και βλέπει, βλέπει… Πω, πω,! Τι γίνεται εκεί; Πνεύματα κεκοιμημένων αναρίθμητα και μαζί με αυτά και οι άγιοι, μαζί και άγγελοι.











